σακχαροδιαβήτης

ο мед. сахарный диабет

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Смотреть что такое "σακχαροδιαβήτης" в других словарях:

  • σακχαροδιαβήτης — σακχαροδιαβήτης, o, βλ. ζαχαροδιαβήτης …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σακχαροδιαβήτης — ο, Ν ο σακχαρώδης διαβήτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < σάκχαρο + διαβήτης] …   Dictionary of Greek

  • σάκχαρο- — Ν (χημ. βιοχ. ιατρ.) α συνθετικό λέξεων που υποδηλώνει ότι το δηλούμενο με το β συνθετικό περιέχει σάκχαρα ή έχει σχέση με τα σάκχαρα (πρβλ. σακχαροδέκτης, σακχαρομύκης, σακχαροποίηση, σακχαροδιαβήτης κ.ά.] …   Dictionary of Greek

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.